Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Το δέντρο της ζωής...


Ήταν, πολύ δύσκολοι οι χειμώνες, τότε. Το χιόνι έφτανε μέχρι τις πόρτες των σπιτιών. Θυμάται, που κάθε πρωί, η στάχτη από το τζάκι χρησιμοποιούνταν για το μονοπάτι, που ο πατέρας της χαράματα άνοιγε με το φτυάρι , από το σπίτι μέχρι το δρόμο. Οι λαστιχένιες μπότες τους γλυστρούσαν με το παραμικρό κι όταν έπεφτε παγετός, ο κεντρικός δρόμος, μετατρέπονταν σε επικίνδυνη αποστολή. Ώσπου να βγει ο πρώτος ήλιος, να λιώσει το χιόνι και να μετατραπεί σε λάσπη.

Μήνες ολόκληρους, όλο το χωριό παρέμενε κατάλευκο και οι μόνες χρωματιστές φιγούρες ήταν οι κάτοικοί του, που έκαναν τις καθημερινές δουλειές τους. Τα Χριστούγεννα, τα σχολεία έκλειναν, οι χιονάνθρωποι δέσποζαν στις αυλές , τα παγωμένα κατοικίδια λουφάζαν στους αχυρώνες, ο χιονοπόλεμος στις γειτονιές σε ημερήσια διάταξη, τα πλεκτά γάντια γινόταν μούσκεμα και τα δάχτυλα παρέλυαν, κοκκίνιζαν , αλλά το παιχνίδι συνεχίζονταν. Πουθενά όμως, δεν θυμάται, κανένα στολισμένο δέντρο. Μια μέρα πριν τα Χριστούγεννα, ζούσε το προνόμιο των μεγαλύτερων και τη δυσαρέσκεια των μικρότερων με τα κάλαντα.

Τα ξημερώματα , πολύ πριν φέξει, το σκούντημα της γιαγιάς της για να ξυπνήσει, να ντυθεί γερά και να φύγει μαζί με τα άλλα παιδιά για να πουν τα κάλαντα στη γειτονιά. Η επιστροφή γινόταν μόλις άρχιζε να ξημερώνει. Κανένα σπίτι δεν κοιμόταν. Καλάθια ολόκληρα με φιρίκια, καραμέλες, ξερά σύκα και στην καλύτερη, δεκάρες, φράγκα και δίφραγκα, ήταν οι προμήθειες κάθε νοικοκυράς για τα παιδιά που θα χτυπούσαν την πόρτα τους. Τα καλύτερα σπίτια φυσικά, ήταν αυτά που έδιναν χρήματα. Ο στόχος των παιδιών, ήταν τα χρήματα για τον κουμπαρά τους και όχι τα ξερά φρούτα.

Αυτές οι εικόνες έρχονται γλυκά στη θύμησή της, περπατώντας παραμονές Χριστουγέννων, στο κέντρο της Αθήνας. Χαζεύει τις βιτρίνες με τα ολοστόλιστα χριστουγεννιάτικα δέντρα. Σκέφτεται, ότι ποτέ δεν της άρεσαν τα δέντρα αυτά, αν και η αίσθηση, που της προκαλούν τα αληθινά δέντρα, τα πεύκα και τα έλατα του χωριού της κι η μυρωδιά τους, είναι αξεπέραστη. Όσο κι αν προσπαθεί, συνειδητοποιεί, ότι ποτέ τελικά δεν της άρεσαν τα Χριστούγεννα της πόλης. Ούτε και τα ψεύτικα δέντρα των δρόμων της.

Πριν παντρευτεί, όταν ακόμα έμενε μόνη της, κάθε Χριστούγεννα, ήταν βάρδια. Τότε, που όλοι, γιατροί και νοσηλευτικό προσωπικό ήταν στα σπίτια τους με τις οικογένειές τους , εκείνη ήταν η μόνη νοσοκόμα, που διάλεγε πάντα τις χειρότερες βάρδιες. Κατά έναν περίεργο τρόπο διαπίστωνε ότι τις γιορτές αυτές το νοσοκομείο ήταν γεμάτο από τους «συνήθεις ασθενείς». Ετσι αποκαλούσαν τους ηλικιωμένους, που ξαφνικά αρρώσταιναν δυό μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Δεν υπήρχε άδειο κρεβάτι καθώς γέμιζαν όλα από μοναχικούς ηλικιωμένους, αφού και μόνο η αναφορά μιας κατεξοχήν οικογενειακής γιορτής, όπως είναι τα Χριστούγεννα, τους έστελνε στα επείγοντα.

Μόλις περνούσαν οι κρίσιμες  μέρες, γινόταν καλά και επέστρεφαν στα μοναχικά διαμερίσματά τους. Της έκανε εντύπωση, που έβλεπε γνωστές φυσιογνωμίες, που είχαν νοσηλευτεί και στο παρελθόν και μάλιστα με αρκετούς πλέον γνωρίζονταν καλά. Ένιωθε χρήσιμη και οι ευχές τους ήταν βάλσαμο και για τη δική της μοναχική ψυχή. Αφοσιωνόταν στη δουλειά της και τα βράδια συχνά συνόδευε τις λύπες τους με δικές της όμορφες διηγήσεις.

Όταν οι γιορτές τελείωναν, όλα επέστρεφαν στους κανονικούς ρυθμούς του νοσοκομείου κι εκείνη έπαιρνε άδεια και ξεκουράζονταν. Δεν θυμόταν ποτέ να είχε στολίσει δέντρο στο σπίτι της στα νιάτα της. Της φαινόταν άσχημα, κακόγουστα, άψυχα, ψεύτικα, έτσι όπως στεκόταν στα σαλόνια των φίλων της με τις χρωματιστές τους μπάλες.Της έλειπε η μυρωδιά του ρετσινιού, που τα δικά της πεύκα των παιδικών της αναμνήσεων απέπνεαν. Κι αν ήταν αληθινά τα δέντρα αυτά των σαλονιών, που είχαν κοπεί από κάποιο δάσος, τότε θλίβονταν ακόμα περισσότερο γιατί ένιωθε, πως έβλεπε έναν ετοιμοθάνατο με ψεύτικα στολίδια, να θρηνεί για τις τελευταίες του στιγμές.

Δεν την καταλάβαιναν... Και η πρόφαση της δουλειά της, της βάρδιας στο νοσοκομείο, ήταν πάντα μια καλή δικαιολογία. Κανείς δεν έβλεπε πόσο σημαντικά ήταν τα δέντρα για εκείνη. Τα φυλλώματά τους, ο δυνατός κορμός τους, οι μυστικές κρυμμένες ρίζες τους, το θρόισμά τους σε κάθε φύσημα του αέρα. Οι στιγμές εκείνες, που της πρόσφεραν τη σκιά τους, που αγκάλιαζαν τη σκέψη της, που φύλαγαν τα όνειρά της. Ζωντανοί, απαράβατοι φίλοι της, συνετοί και προσιτοί, στοργικοί και συμβουλευτικοί. Ολα της τα μυστικά, τα γνώριζαν. Κι αναρωτιόταν τί να εξομολογούνταν σε τούτα εδώ τα ψεύτικα των σαλονιών, που έμοιαζαν με θλιβερές καρικατούρες των ξωτικών φίλων της;

Η Νίκη αγαπούσε τη ζωή, τη χαρά που έδινε η φύση, ούτε και καραβάκι μπορούσε να στολίσει σπίτι της, αφού η καταγωγή της ήταν βουνίσια. Κι ύστερα ήρθε ο Οδυσσέας, τα δύο παιδιά της, που ζητούσαν δέντρο χριστουγεννιάτικο και για να τους κάνει το χατήρι αγόρασε ένα , μικρό και ταπεινό, ίσα για να τους βάζει τα δώρα τους από κάτω. Χαιρόταν με τη χαρά τους, αλλά το έβλεπε μόνο σαν παιχνίδι, τίποτα παραπάνω. Γέμιζε όμως με φωτάκια το σπίτι, αυτά της άρεσαν κι έτσι η ατμόσφαιρα άλλαζε κάπως.

Με τα χρόνια τα παιδιά της πήραν το δρόμο τους, εκείνη συνέχιζε, όσο σπούδαζαν και ζούσαν μακριά της να κάνει βάρδιες στο νοσοκομείο για να τα μεγαλώσει. Στις γιορτές φρόντιζε τους ασθενείς της σαν να ήταν εκείνη το δέντρο των Χριστουγέννων τους, που τους τύλιγε με περισσή θαλπωρή και αγάπη. Όταν της μπήκε η ιδέα πως ένιωθε πραγματικά εκείνη σαν δέντρο, τότε κατάλαβε ότι ήλθε η ωριμότητα. Mέσα της καταλάγιασαν όλες οι αμφιβολίες, που είχε για το πόσο παράξενη ήταν. Δόθηκε ακόμα περισσότερο με αγάπη στη δουλειά της και γινόταν σύντροφος αγαπημένη στον πόνο των ανθρώπων γύρω της. Και σαν δέντρο, η ίδια, άπλωνε τα κλαδιά της και προστάτευε.

Τη μέρα που ο άντρας της έφυγε για πάντα, εκεί μέσα στο ίδιο νοσοκομείο, που είχε περάσει τη μισή της ζωή, ένιωσε ότι ένα από τα μεγάλα της κλαδιά έσπασε βίαια. Πόνεσε, τον έκλαψε κι από εκεί κι ύστερα άρχιζε να συνειδητοποιεί, ότι τα υπόλοιπα κλαδιά της άρχιζαν να γερνάνε κι αυτά και να σπάζουν με το παραμικρό φύσημα του αέρα. Ο κορμός της όμως ίδιος, στητός, γερός, με τα χρόνια στέριωνε γερά. Ηταν οι ρίζες της, που την κρατούσαν σταθερά στη γη. Ρίζες γερές που απόκτησε από την αγάπη των δικών της γύρω της ,αλλά και από τις ευχές των ανθρώπων που φρόντισε. Ηρθε κι η σύνταξή της και τώρα οι ώρες στο σπίτι ήταν πολλές, αλλά τα εγγόνια ήταν ήδη εκεί κι εκείνη πάντα πρόθυμη να προσφέρει.

Αυτά σκεφτόταν, ενώ βρέθηκε μπροστά σε ένα ανθοπωλείο. Το μάτι της έπεσε σε κάποια μικρά πεύκα φυτεμένα σε γλάστρες. Χαμογέλασε, καθώς θυμήθηκε χρόνια πριν σε κάποια εκδρομή της στην Κρήτη με τον Οδυσσέα, τη συμβουλή μιας ηλικιωμένης κρητικιάς: «Οι γονείς », της είχε πει, «είναι σαν δύο μεγάλα πεύκα με πλούσιο φύλλωμα. Το παιδί που γεννιέται είναι σαν το μικρό δεντράκι που φυτρώνει ανάμεσα στα δύο μεγάλα πεύκα. Αν τα πεύκα δεν κλαδέψουν το φύλλωμά τους, τότε το παιδί ποτέ δεν θα δει το φως του ήλιου και δεν θα μεγαλώσει.»...Μπήκε, αποφασιστικά, στο ανθοπωλείο και αγόρασε τέσσερις γλάστρες, με μικρά πευκάκια. Ζήτησε να γράψουν στον κορμό του καθενός το όνομα από κάθε εγγόνι της και έδωσε τις δύο διευθύνσεις των παιδιών της για την αποστολή.

Η παράξενη γιαγιά Νίκη, είχε επιτέλους καταφέρει για πρώτη φορά στη ζωή της να βρει τον τρόπο να συμφιλιωθεί με τα χριστουγεννιάτικα δέντρα, που μετά τις γιορτές θα μεταφυτεύονταν στο κτήμα τους έξω από την Αθήνα. Ήξερε ότι τα τέσσερα μικρά πευκάκια , τα εγγόνια της, ήταν μέρος από τις δικές της υπόγειες και πλούσιες ρίζες. Και μόνο έτσι , ησύχασε.

Δώρα Μακρή
Μαδρίτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου