Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Αη Νικόλας


1951.Έξυναν τους τοίχους με ό,τι μπορούσαν. Γυναίκες νέες αλλά και μεγαλύτερες. Είχαν επιστρατευτεί και τα παιδιά του δημοτικού σχολείου, αγόρια και κορίτσια. Έξυναν λοιπόν με μικρά ξύλα, να σβήσουν κάθε τοιχογραφία. Έπρεπε ο ασβέστης να καλύψει τους καπνισμένους τοίχους. Οταν ρωτούσαν: " Μα γιατί;" . Η απάντηση ήταν κοφτή: " Εντολή του Δεσπότη". Κι όταν διαμαρτύρονταν ότι οι " ζωγραφιές" δεν έβγαιναν με τίποτα τους απαντούσαν: " Χρησιμοποιείστε ξυραφάκια!".
Ετσι λοιπόν. Οσο κι αν αντιστάθηκαν οι αγιογραφίες ενός υπέροχου μεταβυζαντινού μνημείου, ο ασβέστης ήρθε παχύς παχύς να καλύψει κάθε μορφή αγίου που απεικονίζονταν στους τοίχους του Αη Νικόλα, στο Λιβαδερό Κοζάνης. Η πρώτη καταστροφή είχε συντελεσθεί. Η άγνοια για μια ακόμα φορά είχε επιτελέσει το έργο της...









...Κάθε φορά που την έβλεπα, έστρεφα το βλέμμα μου... Δεν ήταν απόρριψη ήταν μάλλον θλίψη ή ίσως και συγκαλυμμένη ενοχή. Προχωρούσα γρήγορα γρήγορα στο κέντρο του χωριού για να βρεθώ σπίτι μου. Εκείνη έμενε πίσω, αγέρωχη, περήφανη, στο έμπα του χωριού να με κοιτά θλιμμένα. Οταν ρωτούσα τι απέγινε, πως ήταν σήμερα, αν κανείς την επισκέπτονταν να δει πως είναι, όλοι μου απαντούσαν με μισόλογα. Θέλησα κάποια στιγμή να την επισκεφτώ, μου είπαν " δε γίνεται, τι ψάχνεις τώρα...". Κι η ιστορία έμεινε εκεί.

Ισχυρίζονται κάποιοι ότι για να μπορέσεις να γράψεις για κάτι θα πρέπει να εχεις πάρει απόσταση- κυρίως χρονική- από αυτό. Ίσως τα σαράντα χρόνια να είναι αρκετά πλέον. Η ακόμα και κάποιες σκληρές ομολογουμένως φωτογραφίες, που κάποιος τυχερός, κατάφερε να της βγάλει. Η εκκλησία κάποιων έντονων παιδικών αναμνήσεών μου, στέκεται εκεί ορθή, στητή, περήφανη, κουβαλώντας στους τοίχους της εκατοντάδες χρόνια ιστορίας. Λένε κάποια αρχεία, ότι χτίστηκε επί τουρκοκρατίας, μεταξύ 1852-1863. Και το επιβεβαιώνουν οι προφορικές μαρτυρίες. Ηταν οι εποχές που οι Τούρκοι επέτρεπαν να χτίζονται εκκλησίες αρκεί να ελάμβαναν το κατάλληλο μπαξίσι. Κι έτσι ήρθαν μαστόροι και τεχνίτες και αγιογράφοι κι έφτιαξαν τον Αη Νικόλα! Θα μου πείτε τι δουλειά έχει ένας Άγιος θαλασσινός, να προστατεύει ένα ορεινό χωριό της Δυτικής Μακεδονίας; Κι όμως.

Σε τούτη την ερημωμένη και απροστάτευτη εκκλησία, βαφτίστηκαν, παντρεύτηκαν και δέχτηκαν τον τελευταίο ασπασμό οι παππούδες, οι γιαγιάδες μου, ένα χωριό ολόκληρο έζησε μέσα σ αυτή όλες τις χαρές και τις λύπες του. Απομένουν ακόμα αιωνόβιες γιαγιάδες που διηγούνται πως δεν υπήρχε πιο όμορφη εκκλησιά από δαύτη, πως ξενυχτούσαν σ αυτή τη Μεγάλη Εβδομάδα τραγουδώντας, πως κάθε παλιά οικογενειακή φωτογραφία είναι τραβηγμένη στην είσοδό της. Κι ήταν μικρή η είσοδος αυτή, οι τοίχοι της χοντροί, η σκάλα για τον γυναικωνίτη, τα στασίδια αλλά και οι αρχικές υπέροχες τοιχογραφίες που κατέληξαν να ασβεστωθούν από χοντρό στρώμα ασβέστη αφού το φως από τα μικρά παραθυρά του έφτανε λιγοστό στο εσωτερικό του. Αλλά και ο καπνός των κεριών μαύρισε με τους αιώνες τους τοίχους. Κι ήρθε η λύση του ασβέστη, που κάλυψε λαμπρές αγιογραφίες.




Κι ήρθαν οι εποχές, που όλα τα παλιά αντικαταστάθηκαν από τα νέα και γερά κι ένας νέος ναός χτίστηκε παραδίπλα στο σύνολό του σχεδόν από τις δωρεές των χωριανών. Και ειδικά των μεταναστών. Κι απόμεινε μοναχός ο Αη Νικόλας , χωρίς να παραπονιέται και σιγά σιγά να σκύβει το κεφάλι και να δέχεται βοριάδες και βροχές και χιονιάδες, που σιγά σιγά γονάτισαν τμήματα της πέτρινης σκεπής του.

Η λύση ήταν μια τσίγκινη οροφή, που θα συγκρατούσε τη συνεχιζόμενη καταστροφή. Κι εκεί όμως οι μαστόροι χρειάστηκε να τοποθετήσουν δοκάρια εσωτερικά για να τη συγκρατήσουν. Κι όσο νάναι όλες αυτές οι παρεμβάσεις έκαναν τον Αη Νικόλα να υποφέρει, αλλά να υπομένει αγόγγυστα.

Κι ήρθε κι η μέρα που αφαιρέθηκε η ξυλόγλυπτη υπέροχη οροφή του με τον παντοκράτορα, όπως αφαιρέθηκαν και πολλές από τις εικόνες του, κειμήλια που ήταν εκεί και παρέμεναν αιώνες σιγά σιγά εξαφανίζονταν. Κι ήταν αρκετοί οι περίεργοι περαστικοί που επιζητούσαν να δουν το μνημείο και η κωλυσιεργία από τις αρμόδιες υπηρεσίες, οδήγησε στην εγκατάλειψη και τη λήθη.

Ολοι ασχολούνταν με τη νέα πλέον εκκλησία κι ο παλιός Αη Νικόλας, ήταν το παρελθόν, ήταν το παλιό, το γερασμένο, το ξεχασμένο, το ετοιμόρροπο. Κι ας μην υπάρχει κάτοικος του χωριού, που να μην έχει μια φωτογραφία σπίτι του, που να συμβολίζει μια χαρά της ζωής του που διαδραματίστηκε στο εσωτερικό του. Πιο δυνατή όμως κι από τη φωτογραφία είναι η μνήμη. Είναι η ιστορία. Είναι η ρίζα.




Και η συγκεκριμένη εκκλησία απαιτεί την άμεση παρέμβαση της αρμόδιας εφορείας βυζαντινών αρχαιοτήτων. Και οι μετανάστες του χωριού σε όλο τον κόσμο, είμαστε όλοι πρόθυμοι να βοηθήσουμε για την αναστήλωσή της.

Αλλιώς για πάντα ο ασβέστης θα καλύπτει περίφημες αλλά χαρακωμένες με ξυραφάκια τοιχογραφίες, η οροφή θα μπάζει νερά και ένα σύμβολο θα καταρρεύσει κάποια μέρα γιατί οι άνθρωποι είναι αγνώμονες. Και φυσικά δεν έχει να κάνει με τη θρησκευτική πίστη του καθενός. Πρόκειται για την καταστροφή ενός ιστορικού μνημείου.

Εκεί στο έμπα του χωριού...Στο Μεσοχώρι. Στο Λιβαδερό Κοζάνης.



























Δώρα Μακρή
Μαδρίτη

Φωτογραφίες: Δημήτριος Τζήκας



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου