Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Το φιλί

Αποχαιρετισμός ισπανού μετανάστη της Γαλικίας 1957 
-Έρχεται! Έρχεται!Ηρθε!
Οι φωνές των παιδιών στην αυλή για να ειδοποιήσουν μάνα και γυναίκα πως ο ξενιτεμένος είχε φτάσει στο χωριό. Έλειπε χρόνια και το χαμόγελο της γυναίκας σβηστό, όσο εκείνος πάλευε μακριά στη Γερμανία. Τα παιδιά μεγάλωναν χωρίς τη φροντίδα του μακρινού πατέρα. Από βραδύς εκείνη τα έλουζε κι ετοίμαζε τα καλά τους για την επομένη κι ας μην ήταν Σάββατο. Η μάνα του κι εκείνη μες την αγωνία και την προσμονή για τον πρωτότοκό της. Έτρεχαν βιαστικά ως την πλατεία, η γυναίκα με το μικρότερο παιδί στην αγκαλιά.


Κάθε φορά που συνέβαινε ένας ερχομός από τους δεκάδες που είχαν μεταναστεύσει ήταν το γεγονός για το χωριό. Μαζεύονταν τότε στην πλατεία , όπου θα ´φτανε το λεωφορείο πρώτα ένα τσούρμο από παιδομάνι κι ύστερα οι κοντινοί συγγενείς. Αδέλφια, γονείς, παιδιά. Οι κοντινοί για τη χαρά της υποδοχής, μα το παιδομάνι για καμιά σοκολάτα ή ξένη καραμέλα. Μα πιο πολύ η περιέργεια. Για τον χαιρετισμό.

Πρώτα αγκάλιαζε τη μάνα του, ύστερα ένα ένα τα τρία του παιδιά που στέκονταν εκεί καθαρά και καλοντυμένα για να υποδεχτούν τον πατέρα. Κι ύστερα ερχόταν η σειρά της γυναίκας. Στο τέλος εκείνη, με μάτια να καίνε από τα δάκρυα, ψέλιζε ένα " καλωσήρθες" και χωρίς ούτε καν να του δώσει το χέρι έδινε την εντολή να πάνε σπίτι. Κι εκείνος αμήχανα και με μάτια σαν κάρβουνο, ζεστά και θολωμένα και με τα χέρια κρεμασμένα, νεκρά, την ακολουθούσε. Ο δικός τους και εντελώς ιδιωτικός χαιρετισμός αναβάλλονταν για το βράδυ, όταν η μάνα του και τα παιδιά θα είχαν αποκοιμηθεί.

Περνούσαν τα χρόνια, οι αναχωρήσεις και οι ερχομοί ήταν συνεχείς κι οι χαιρετισμοί σχεδόν πανομοιότυποι. Κι ύστερα μεγαλώνοντας έβλεπα στις ταινίες εικόνες άλλες απ αυτές που είχα συνηθίσει. Εικόνες ξενιτεμένων που έπεφταν στην αγκαλιά της γυναίκας τους μπροστά στα μάτια των συγχωριανών τους. Μόνο που αυτή η σκηνοθετική οπτική απείχε απ την πραγματικότητα των σκληρών εκείνων χρόνων. Ποτέ κανένας ξενιτεμένος δεν αγκάλιαζε και δεν φιλούσε τη γυναίκα του δημόσια. Ποτέ κανείς δεν εκδήλωνε τα συναισθήματά του , όσο κι αν λαχταρούσε να το κάνει. Ποτέ κανένας άντρας δεν έδωσε εκείνο το πολυπόθητο κι όλο λαχτάρα φιλί που εμείς ως παιδομάνι περιμέναμε να δούμε. Δημόσια τη γυναίκα δεν την αγκάλιαζε κανείς , τη μάνα όμως ναι, έστω και βιαστικά.

Γι αυτό και παρακολουθούσα πέρα κι απ´την πιο δελεαστική σοκολάτα , εκείνα τα βλέμματα του άντρα και της γυναίκας, που έκαιγαν, την υπόγεια λαχτάρα που παραμόνευε χρόνια να εκδηλωθεί, τα κοκκινισμένα μάγουλα. Η τρυφερότητα, το άγγιγμα, το φιλί κι η δημόσια αγκαλιά, έμοιαζαν απαγορευμένες συνθήκες για έναν αποκλεισμένο μικρόκοσμο ενός ορεινού χωριού. Ηταν εκδήλωση αδυναμίας, -γιατί όχι- και αμαρτίας να δηλώνεται η αγάπη, ακόμα και για ένα ζευγάρι παντρεμένο. Η σκληροτράχηλη ζωή, αποτυπώνονταν στις εκφραστικές συνήθειες εκεί όπου η ευαισθησία ήταν περίτρανη απόδειξη δημόσιας ντροπής.

Ποτέ μα ποτέ δεν είδα φιλί καλωσορίσματος.
Και να, ως και τα σήμερα τούτες οι δημόσιες εκφράσεις αγάπης πολύ με ξεβολεύουν.

Δώρα Μακρή
Μαδρίτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου